Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Αφιέρωμα: ο μήνας Μάρτης στη λαογραφία

του Γιώργου Μπόντα

 Βγαίνει ο κακός ο μήνας. Μπαίνει ο καλός ο μήνας.

 Ο Φλεβάρης πάει φεύγει και το Μάρτη δεν χωνεύει.
 Όξω ψύλλοι, ποντικοί. 
Μέσα Μάρτης και χαρά και καλή νοικοκυρά. 

Ο καημένος ο Φλεβάρης.
Ο λαός τον έκαμε άσχημο και κουτσό γαϊδουρο-καβαλάρη.
 Τα παιδιά τον συνοδεύουν, τον διαπομπεύουν στους δρόμους με τενεκέδες, φωνές και με τραγούδια σε πολλά μέρη της Ελλάδας.

 Όξω βρε κουτσοφλέβαρε με τα πολλά τα χιόνια.
 Να ρθει' ο Μάρτης με χαρά και με τα χελιδόνια

. Ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης. Ο μήνας των χελιδονιών και των πελαργών. Ο μήνας της βλάστησης και των πρώτων λουλουδιών, μα και ο μήνας των μεγάλων αντιθέσεων και των απότομων μεταβολών.
 Για το λόγο αυτό δέχτηκε τα καταιγιστικά πυρά του λαού με απίθανα σκωπτικά κυρίως ονόματα.

 Βαφτίστηκε λοιπόν Κλαψομάρτης, κλάψας, Πεντάγνωμος, Γδάρτης, Παλουκοκαύτης, Ανοιξιάτης και φυτευτής.
 Ονομάστηκε Κλαψομάρτης και Κλάψας, γιατί με τον συνήθως βροχερό του καιρό φαίνεται πως κλαίει. 0 Μάρτης στην αρχαιότητα ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου και n πρωτομαρτιά ήταν και πρωτοχρονιά. Σαν τέτοιος, αυτός ο μήνας, έπρεπε να τιμηθεί ιδιαίτερα.
Γι' αυτό και οι Ρωμαίοι του δώσανε το όνομα Μαρτίους από το Θεό Μαρς, δηλαδή Άρης, ο Θεός του πολέμου και γενάρχης των Ρωμαίων. 0 Μάρτης δεν ήταν μόνο Θεός του πολέμου, μα και των αέρηδων που φυσούσαν την Άνοιξη και βοηθούσαν τη βλάστηση της γης και των χωραφιών.

 Οι Αρχαίοι 'Έλληνες τον λέγανε Ελαφιβολίονα, γιατί τότε γινόταν το κυνήγι των ελαφιών στην Ελλάδα. Οι κρητικοί τον λένε πεντάγνωμο για την αστάθεια και τις απότομες μεταβολές του.

 H αστάθεια του είναι χαρακτηριστική. Μπορεί το πρωί να αρχίσει με ωραίες λιακάδες και ασυννέφιαστο ουρανό και ύστερα από λίγο να αρχίσει να Θυμώνει, να κατσουφιάζει και να το γυρίζει στις βροχές και στα μπουμπουνητά.
Γι' αυτό και οι άνθρωποι ξέροντας αυτή την αδυναμία και την ιδιοτροπία, σου συμβουλεύουν.

 "Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα".

 Στα παλιά χρόνια υπήρξε ένα όμορφο γραφικό έθιμο που διατηρείται και σήμερα ακόμα.

Το έθιμο της κλωστής του Μάρτη. 

Την παραμονή, συνήθως n γιαγιά του σπιτιού ετοιμάζει την κλωστή, κόκκινη και άσπρη.
Τα παλιά χρόνια μάλιστα την στριφογύριζε και την περνούσε σε μια τρύπια δεκάρα, έκανε για όλους τους σπιτικούς, γυναίκες και μικρά παιδιά.
H διαδικασία αυτή, το δέσιμο της κλωστής έχει βαθύτερο νόημα.
Το άσπρο χρώμα συμβολίζει την αγνότητα και το δεσμό της οικογένειας, n δε κόκκινη συμβολίζει την αγάπη. Οι δυο μαζί κλωστές αποτελούν δεσμό και την πίστη προς τη Θρησκεία.
Οικογένεια και θρησκεία είναι δυο έννοιες στενά συνδεδεμένες.

Το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του απ' τη ρωμαϊκή εποχή, μετά πέρασε στους βυζαντινού, όπου οι βυζαντινές πατρίκιες κρεμούσαν στο λαιμό τους σκόρδο, κρεμμύδι και άλλα μικροπράγματα, καθώς και χρυσή αλυσίδα.
 H κλωστή του Μάρτη δένονταν σε όλα τα μέλη της οικογένειας στους μικρότερους φυσικά.
 Την κλωστή του Μάρτη την κρατούσαν εννιά μέρες. Την ενάτη την κρεμούσαν στα μπουμπουκιασμένα κλαδιά έξω απ' το σπίτι ή σε καμιά τριανταφυλλιά του κήπου.
Πίστευαν ότι από εκεί Θα την έπαιρνε ο πελαργός και τα χελιδόνια και θα την πήγαιναν στο Θεό και ο Θεός Θα τους ανταπέδιδε αυτά που επιθυμούσαν.
 Έτσι τα μικρά παιδιά περίμεναν τα δώρα τους όλο το χρόνο. Άλλοι λένε ότι την κλωστή την κρατούσαν μέχρι τις 25 Μαρτίου τη μεγάλη γιορτή, που έχει για τπ Ρωμιοσύνη διπλό χαρακτήρα, διπλή σημασία, τη θρησκευτική και την εθνική.
Την ημέρα αυτή βγάζουν την κλωστή από τα χέρια τους «τους μάρτηδες» και τους κρεμούν στα κλαριά για να τους πάρουν τα χελιδόνια. Ο λαός μας πιστεύει ακόμα απόλυτα πως με τον ερχομό της 25ης Μαρτίου μπαίνουμε πια επίσημα στην εποχή της Άνοιξης και έρχονται και τα πρώτα χελιδόνια.


H κλωστή του Μάρτη είχε μεγάλη δύναμη και τους προφύλασσε
 απ' το μαύρισμα του ήλιου που καίει αυτό το μήνα παράξενα

 Κι αυτό είναι συνδεδεμένο με μια παλιά δοξασία των Βυζαντινών, ο οποίοι πίστευαν ότι n άσπρη κλωστή συμβολίζει το πρωινό φως του ήλιου και π κόκκινη το μεσημεριάτικο ήλιο και οι δυο μαζί διώχνουν την καυτερή ηλιαχτίδα και έτσι προστατεύεται το πρόσωπο και ο λαιμός από το άρπαγμα του μαρτιάτικου ήλιου. Ακόμα n κλωστή του Μάρτη είχε τη δύναμη να τους προστατεύει και από διάφορες αρρώστιες, ειδικά από τους πυρετούς.

 Γύρω από την όμορφη κλωστή αυτή του Μάρτη, υπάρχουν πολλοί ωραίοι Θρύλοι. 

Μια παράδοση λέει τους έφτιαχναν με τέχνη και τους κρεμούσαν σε κλώνους αμυγδαλιάς ή τριανταφυλλιάς, ενώ συγχρόνως τραγουδούσαν χαρμόσυνες στροφές.

 Άλλη παράδοση λέει ότι βγάζανε τον «Μάρτη» όταν αντίκριζαν το πρώτο χελιδόνι και τραγουδούσαν:

 Χελιδόνι μου γοργό, που ’ρθες απ' την έρημο, τι καλά μας έφερες ;
 Την υγεία και τη χαρά και τα κόκκινα τ' αυγά. 

Ο Μάρτης έχει και έναν ζεστό ήλιο, φοβερό που καίει και τσουρουφλίζει.

 H παράδοση λέγει, πως ο ήλιος του Μαρτίου μαυρίζει το πρόσωπο και δημιουργεί στίγματα και λεκέδες. «Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει».
Οι κοπέλες λοιπόν, έπρεπε να προφυλαχθούν να μείνουν κρινόλευκες και γαλατένιες «οπόχει κόρην ακριβή του Μάρτη ο ήλιος μην την δει».

Στις εννιά του Μάρτη είναι n γιορτή των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων.
Στη συνείδηση του λαού μας ο αριθμός σαράντα λογαριάζεται σαν ιερός.
Οι συνήθειες και οι προλήψεις την ημέρα αυτή ανήμερα δηλαδή της γιορτής παίρνουν και δίνουν όπως, λένε .
 Έτσι ορισμένες νοικοκυρές θα φτιάξουν τις σαραντόππιτες.. Πίττες με σαράντα φύλλα ή με σαράντα ειδών λάχανα. Κι ακόμα σαράντα τηγανίτες, σαράντα είδη φαγητά με σαράντα ειδών χόρτα και όσπρια, που μοιράζονται για την «ψυχή των ζωντανών».
‘’Σαράντα να φας, σαράντα να πιεις, σαράντα να δωσ ' για την ψυχή σ’ ‘’

 H αιφνίδια αλλαγή του καιρού δηλώνεται εμφατικά με διάφορα ρητά: 

-Ο Μάρτης ως το γιόμα το ψόφησε, κι ως το βράδυ το βρωμάει.
 Το γάιδαρο τον σκουληκιάζει και τον ξεσκουληκιάζει.
- Όλοι μήνες τρώνε κρέας κι ο Μάρτης κόκαλα.
 -Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκάφτnς, λέγεται αυτό γιατί καίμε και τα παλούκια ακόμα, μιας και νομίζουμε πως τελείωσε ο χειμώνας και μαζί του τα ξύλα.

 Επειδή «ο Μάρτης δε λείπει απ' τη Σαρακοστή» γι' αυτό για κάποιον ή κάτι, που δεν το περιμένουμε αλλά έρχεται, λέμε: «λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή;»

Λέμε ακόμα για το Μάρτη:

 -Το Μάρτη ξύλα φύλαξε, μην κάψεις τα παλούκια.
- Μάρτης είναι, χάδια κάνει, πότε κλαίει πότε γελάει.
 -Όλο το Μάρτη φύλαγε, ως τις δέκα τα’ Απρίλη.
-Από τις εννιά του Μάρτη, είν’ η άδεια του φιδιού.
-Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές.
 Από Μάρτη καλοκαίρι, μηδ’ ο Μάρτης καλοκαίρι, μηδ’ ο Αύγουστος χειμώνας, που αν και φαινομενικά αντιφάσκουν, σημαίνουν ότι απ’ τον Μάρτη αρχίζει διαφαίνεται το καλοκαίρι και από τον Αύγουστο ο χειμώνας, πλην όμως ούτε Μάρτης είναι το καλοκαίρι, ούτε Αύγουστος χειμώνας.

Τις καλοκαιρινές αλλαγές του Μάρτη, ο λαός της Μακεδονίας, τις έκαμε παραμύθι: 

ΟΜάρτης είχε δύο γυναίκες. H μία είναι όλο δροσιά, χαρά και ομορφιά και n άλλη φορτωμένη μ' όλη την ασκήμια του κόσμου. Όταν βλέπει την πρώτη του γυναίκα χαμογελά και χαίρεται. Το γέλιο του το παίρνουν οι ηλιαχτίδες και το σκορπίζουν σ' όλο τον κόσμο. Όταν όμως κοιτάζει τη δεύτερη γυναίκα του σκυθρωπιάζει και Θυμώνει. Και την ανταριασμένη καρδιά του την παίρνουν τα σύννεφα και οι βοριάδες και την κάνουν χιόνια και βροχές.

Σε κάποιο άλλο παραμύθι, ο Μάρτης έχει μια και μοναδική γυναίκα. Μια πεντάμορφη κόρη που το πρόσωπό της μοιάζει με το ολοφώτεινο πρόσωπο του ήλιου. Όποιος την δει μαγεύεται. Όμως n καημένη είναι κουτσή. Όταν ο Μάρτης την κοιτά καθιστή χαίρεται και n καρδιά του γεμίζει ευτυχία. Όταν την βλέπει όρθια να κουτσαίνει γεμίζει λύπη και πόνο και συννεφιά.

Υπάρχουν και διάφορες άλλες παραδόσεις που τις αναφέρω παρακάτω: 
Οι μήνες αποφάσισαν μια μέρα να βρουν ο καθένας και από μια γυναίκα για να μην είναι έτσι έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι έβαλαν προξενητάδες και ο καθένας βρήκε την δικιά του. Ο Μάρτης όμως γελάστηκε και πήρε μια χανούμισσα. Είχε μάθει πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες και γι' αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα . Το τι έγινε, όμως το βράδυ δεν περιγράφεται. H Τουρκάλα ήταν πάρα πολύ άσχημη και ο Μάρτης μόλις εκείνη έβγαλε το γιασεμάκι, σηκώθηκε και έφυγε.

H άλλη παράδοση λέει τα εξής: Κάποτε οι 12 μήνες αγόρασαν ένα γεμάτο βαρέλι γεμάτο κρασί με 12 κάνουλες, μια για τον καθένα, κάθετα τοποθετημένες. Τότε ο Μάρτης επειδή ήταν γερός και πονηρός όπως φάνηκε στο τέλος ζήτησε να του επιτρέψουν να χρησιμοποιεί την πρώτη από κάτω κάνουλα, πράγμα που έγινε.
 Ο Μάρτης κάθε μέρα πήγαινε σαν κύριος στο βαρέλι, άνοιγε την κάνουλά του και έπινε το κρασάκι. Οι άλλοι μήνες καθυστέρησαν λίγο να αρχίσουν το κρασί.
 Όταν κάποτε πήγαν στο βαρέλι να πιουν και αυτοί, είδαν με έκπληξη ότι καμιά κάνουλα δεν έτρεχε κρασί. Σαν αίτιο Θεώρησαν το Μάρτη και τον ρωτούσαν: «Μάρτη, γιατί μας ήπιες το κρασί;»
 Δεν σας το ήπια εγώ απαντούσε αυτός. Εγώ έπινα απ’ τη δική μου κάνουλα . Οι δικές σας είναι σφραγισμένες.
Οι κουτοί μήνες επιτέλους κατάλαβαν την πονηριά του Μάρτη και αποφάσισαν να τον δικάσουν. Όταν του 'λεγαν πως θα τον δικάσουν και Θα τον τιμωρήσουν, αυτός στενοχωριόταν και τότε ο καιρός γινόταν «λίαν νεφελώδης μετά βροχών και καταιγίδων ...» Όταν όμως οι άλλοι δεν του μιλούσαν σχετικά με το θέμα αυτό, αυτός χαμογελούσε ικανοποιημένος και τότε ο καιρός γινόταν «αίθριος» και ανέβαινε n Θερμοκρασία.

 Οι τελευταίες μέρες του Μάρτη λέγονται «τ'ς Μπάμπους οι μέρες» γιατί μια γριά τσομπάνισσα ξεγέννησε τις προβατίνες της μέχρι τις 30 του μήνα με καλοκαιρία και νομίζοντας ότι ξεγέλασε τον Μάρτη, που είχε τότε 30 μέρες, αφού δεν έπαθαν τίποτα τα αρνάκια της, τον κορόιδευε.
 Όμως ο Μάρτης Θύμωσε για την προσβολή της γριάς και έκλεψε μια μέρα απ’ τον Φλεβάρη (που έμεινε κουτσός) για να την εκδικηθεί.
 H 31η λοιπόν του Μάρτη ήταν σωστή θεομηνία. Χιονοθύελλες και παγωνιές σάρωσαν τη φτωχή γριά, την μπάμπω και δεν έμεινε ούτε πρόβατο ούτε προβατίνα.

Πέρα από τα ήθη και τα έθιμα ο λαός έθεσε τον Μάρτη στα τραγούδι του, στους έρωτές του, στα κατορθώματά του, στη λεβεντιά του.

 Πανάθεμά σε Παχνιστή Γενάρη και Φλεβάρη.
 Και συ Μαρτούλη Θλιβερέ που κάνεις το χειμώνα. 
Δεν σκέφτεσαι την κλεφτουριά και τα παλικαράκια.
 Τα γέλασες, τα πλάνεψες με τον λαμπρό τον ήλιο, και βγήκαν πάνω στα βουνά στους πάγους και στα χιόνια... 


Το Μάρτη να μην χαίρεστε και βγάνετε τις κάπες
 Πότε γελάει και ξαστερών και πότε ανταριάζει.


 Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σιάτιστας – Λαογράφος


1/3/12

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου