Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Ου Μανώλ'ς κι τα καλκαντζρούλια!

H παράδοση μας έχει κληροδοτήσει με αμέτρητα δείγματα λαϊκών αφηγήσεων που έχουν διασωθεί, και ειδικά όταν πρόκειται για θρησκευτικές γιορτές που έχουν τις ρίζες τους σε αρχαιοελληνικές παραδόσεις και δρώμενα όπως αυτή των Φώτων.
Ένα τέτοιο παραμύθι θα σας διηγηθούμε σήμερα προσπαθώντας να διατηρήσουμε την αυθεντική σιούρδκ'ι τοπολαλιά.

Εννοείται ότι, οποιοαδήποτε ομοιότητα με σημερινά πρόσωπα και καταστάσεις είναι τυχαία και απλά βοηθά στη δημιουργία αστείων συνειρμών, βλέπετε το χιούμορ μπορεί να μην ανθεί στις μέρες μας, αλλά ήταν (κάποτε) χαρακτηριστικό του λαού μας.


Ου Μανώλ'ς κι τα καλκαντζρούλια


Ξημέρουσιν η τρανήν η μέρα κι απ’ τ’ χαραή, κίντσιν ου Μανώλτς  τς Στέργιου, απ’ του τσουρουκλέφτκου χουριό να πάει για ξύλα. Έζιψιν του κάρου μι τα βόιδια, φόρισει του μάλλινου του ιλέκι, πότσιν τα ζουντανά στου πηγάδ’ τσ  ικκλισιάς, ρίθκιν ψλά κι έκανι σιακάτ στου λάκκου.
Του Μανώλ’ τουν είχαν του παρανόμ «Δήμαρχους» γιατί ήθιλι να γεν΄απου μκρός, αλλά ειπιδή ήταν λίγου χαζούτσκους, δεν μπόρσειν. Έτσι, για να τουν βγει του μεράκι, έφκιασιν μια ΜΚΟ κι μπήκειν αρχηγός. Ου μσόχαζους στς χαζοί. Γιατί όλοι στου χουριό (αν όχι όλοι οι πιο πουλλοί) ήταν ντιπ ζουρλοί. Θαρρούσαν ότι ζούσαν στ ρωμαϊκή τν αυτουκρατουρία, ότι ήταν υπό κατοχή κι πολιμούσαν για ν’ ιλιυθιρία σαν τς αρχαίοι!

Κι λεν οι παλιοί, πως είνι του χουρίο καταραμένο απ’ τς καλλικαντζάροι. Του καταράσκαν τα καρκανζαρούλια μαζί μι όλοι όσοι ήταν απού κει! Κι υπαίτιος όπως μουλουγούν ήταν ου Μανώλτς ου χαζός.
Να πώς έχει του λοιπόν η ιστουρία...

Μόλις έφτασι στ’ αρμάν’ πέρα σν’ κουκουράη, άφκει τα βόιδια να βουσκούν κι χίρσει μι ν’ τσικούρα, εικείν’ μι του τρανό του στλιάρ’ να κόβ’ έναν θιόρατον δέντρον.
Ήταν δεν ήταν ιφτά τ’ χαραή, μέρα πού’ταν, κόλλιαντα, κι όπους ήταν του μέρους ανήλιου κι ανημουμάζουμα, είχειν καταή δυό μπόια χιόν’.
Βάρινει ου   έρμους ου Μανώλτς μι ν’ τσικούρα, κάπουτι κι άλλου ου τρανός ο δέντρους χίρσι να κριτσάει. Σταμάτσι ένα δράμ’ κι σφούγγσιν το γίδρουτου τ’.
Κει π’ στέκουνταν, σα ν’ άκσει κάτ’ να σιουμαλνιέτι μέσ’ τσ’  βατσνιές. Τέντουσιν του ζιρβό τ’ αφτί κι αφκριάσκιν καλλύτιρα. «Φριστ, φρίστ»! Τήρσει να ιδεί… μπα! Κάν τίπουτα! Σιούκουσι τ’ μπούκλα μι του κρασί κι ήπχει λίγου. Σίναξι τ’ μπασιούρα τ’ πέρα – δώθι, μπας κι του σιουμάλτζμα το φκιαναν τ’ αφτία τ… «Φριστ, φρίστ», ξανά. Ώρε ήταν κι η μέρα μια λουιά, φόβια, οι παλιοί μουλουγούσαν πως τέτοια μέρα σα σίμιρα βγαίν’ οι καλλικαντζαρέοι, ξουτκά κι ζαρζαβούλια. Τήρσι μια φουρά λόιρα κι έκαμι τουν σταυρό τ’. Πήρειν απ’ τουν τρουβά μια τσιγαρίδα κι άρχιψει να τ’ ματσιαλνάει, γιατί θάρσει πως ακούγει ότ’ άκουγει απ’ τ’ νησκουμάρα τ’.
Κει π’ στέκουνταν, απόμκιν μι ν τσιγαρίδα ουδιέτσ’ στου στόμα.
Πιτάθκιν μπρουστά τ’ ένα ζλάπ’ ένα ξουτκό σα τζιν’! Όμοιαζιν μ’ άνθρουπουν, μόνι πού ταν ένα γόνα ψλό. Είχειν μπιρμπιλουτά κόκκιανα μάτια, έναν πράσινουν σκούφουν στου κεφάλι’ κι τα γένια τ’ ήταν τρανά σαν τ’ παπα-Γιώρ’.
Ου Μανώλτς απόμκιν να τηράει κι είχειν γίν’ πανί απ’ του φόβου τ’.
«Όϊ», λέει απού μέσα τ’. «Καλλικαντζαρούλι είν’ ιτούτου!». Ου καρκάντζαλους έβγανει τ’ γλώσσα τ’ κι τουν πιργιαλούσει. «Μώρι, μώρι μούτρα που μας παρουσιάσκαν», λέει ου Μανώλτς.
Για τσ’ καλλικαντζαρέοι, έλιγαν ότι βγαίν’ τα κόλλιαντα, είνι ξουτκά καλότχα, φκιάν’ ζαράλια κι συνιρίζν’ τσ ανθρώπ’.

Στ΄στιγμή πιτάχνιτι κι άλλους καρκάντζαλους, που ταν γκραμπατσουμένους ψλά στουν δέντρουν. Ιτούτους ήταν ξουραφζμένους, είχει φουριμένου ένα κιντητό ιλέκι κι σκούφουν κόκκιανουν. Αλλά κι τούτους ήταν μια μύξα άνθρουπους. «Όϊ, όϊ» λέει ου Μανώλτς, «πού ήταν ρουκουμένου ρα του βιρανίκι!». Δεν πρόλαβει να σώσ’ τουν λόγου τ’,  τσουπ, παρουσιάζιτι κι άλλους. Ιτούτους ήταν απου πκάτ απού μια πλακατούρα. Φόρινει ένα κίτιρνου βρακουζούνι, ένα ψλό καπέλου, αλλά ήταν κι ιτούτους ντηπ απαλειφάδ’.
«Τι είστει σεις μαρ;», τσ’ ρουτάει ου Μανώλτς σαν πήρει κι ξιθάριψει.
«Είμιστει καρκαντζαλέοι », λεν κι τρεις μι μια φουνή!
«Κι τι γυρεύτει;»
«Θέλουμει να μας δώεις του φαί σ’ κι του κρασί σ’», λέει εικείνους μι του ψλό του καπέλου.
«Σι δώσου τίπουτα κανα φαί», λέει ου Μανώλτς, «θα σι κρασίζουμι τίπουτας ισένα!».
«Άμα δε μας τα δώεις, να μας φκιάξεις ένα κολυμβητήριο να γκολιαμπίζουμέστει », λεν οι καρκαντζαλέοι.  « Αλλιώς θα σι φκιάσουμι μιγάλου κακό».

Σα να τουν τσάκουσαν του Μανώλ’ απ’  τσ μύτις. Τι κουλυμβητήριο να τς φκιάσ’, αφού τς παράδις τς είχιν σκαπιτήσει κι του νιρό του χειν κόψει...

Σκών’ του πουδάρ’ κι σνάζ’ τουν έναν μια κουτσιά στα καπούλια μι τ’ άρβυλλου, τουν ξιπάτουσι ντηπ.
«Αυτός που έρξει ν’ κουτσιά να σαλαθεί, κι αυτός κι του χουριό τ΄όλου!», λέει ου άλλους ου καρκάντζαλους. Τουν αρπακών’ ου Μανώλτς απ’ τσκούφιαν κι τουν φουρλατάει σιαπέρα!
«Ιτούτους που πέταξει, σκατά να τσακών’», λέει ου τρίτους.
Τουν σνάζ’ ου Μανώλτς άλλ’ κουτσιά κι τουν σγκαλώνει’ απάν στου κλαρί.
«Ιτούτους πο ρξειν ν’ κουτσιά, να μη γίνει Δήμαρχους καν, κι άμα γένει
να ‘νει σι ζουρλό χουριό!. », ακούιτει μια φουνή μέσ’ απ’ τα γρέζια.
Σι λίγου, είχειν γιουμώσ’ ου τόπους απού καλλικαντζαρούλια κι χούιαζαν του Μανώλ’. Σαν κόφτ’ ου Μανώλτς τουν κατήφουρου κατ’, τα πουδάρια χπούσαν σν κουκουτίνα. Παρατάει κι του κάρου κι ντσικούρα κι όλα. Είχειν χιστεί ουπάνου τ’. Πατάρσει ου έρμους.

Έφτασιν στου χουριό άψαλτους. Λίγου ακόμα κι θα πέθνισκει απ’ του φόβου τ’. Πήγειν ίσια στου σπίτ’. «Αγουρίτσα! Μο Αγουρίτσα! Πού είσι μα; Τσακίσ’ έλα δω αγλίγουρα!», χίρσει να φουνάζ’ τη γναίκα τ’.
«Τι θέλτς ρα ξιπατουμένι κι φουνάειζ’; Λτσιάρκι μι τουν λτσιάρκου σ’!».
«Πού είσι μαρ κι δεν απηλουιέσι τόσιν ώρα; Αγλήγουρα να προυφτάσουμι! Φέρει τουν καλόν του σταυρό που χουμι για του μάτ’, κι ρίξει μι!»
«Γιε ρα διάουλι, ποιος σι μάτιαξι  στ’ αρμάν’ που ‘σαν;».
«Τσακίσ’ μα κι μη ρουτάς! Κι μη αναφέρς τουν εξαποδώ μέρα που’ νι!».
Τρέχ’ η Αγόρου κι φέρν’ του κακαβούλι μι τουν σταυρό. Ρίχν’ του νιρό, του λάδ’, λέει κι τα λόια κι άρχιψιν αυτό να βγάν’ φούσκις τρανές σα τζιρνίκια!
Παέν’ μαζών’ τσ χουριανοί κι πρώτουν τουν παπά.
«Χουριανοί», τσ λέει. «Πέρα σν’ κουκουράη στ΄ανήλιου, γιόμσειν ου τόπους καρκαντζαλέοι! Τς έστειλαν οι … ΑΛΛΟΙ οι αχαϊριφτ’, οι τεμπέλδις! Μι τουν αγιασμό κι τουν σταυρό, να πάμι να τσ ξινουμίσουμι, γιατί φκιάν’ ζαράλια. Θέλν να μας πάρουν του Δήμου! Μας καταράσκαν κι μένα κι σας να γίνουμι ντιπ ζουρλοί!».
Βγαίν’ όμους ου παπάς κι λέει: «Δεν φεύγουν τα καλλικαντζαρούλια! Πρέπ’ να ρθουν τα Φώτα π’ θα γιάσου τα νιρά για να φύγουν».
Έλα ντε που νιρό δεν είχαν στου χουριό...

Κι ώσπου να σώσ’ ου Δέσπουτας τουν λόγουν τ’, οι καρκαντζαλέοι είχαν φτάσ’ στου χουριό. Άλλους σκρουπούσι τ’ αλεύρια, άλλους κατουρούσι τσ πίτις, ΄αλλ’ τρύπουναν σ’τσ ρούγις κι άλλ’ ρουκώνουνταν στα τζιάκια κι άλλοι ζιαμπούσαν τα δρόκνα.

Βάρσαν οι Τσουρουκλεφτ’νοί να τσ’ τσακώσουν, μα δεν έφκιασαν καντίπουτα.
Αν δεν έρθν τα Φώτα, ιτούτα τα ζαρζαβούλια δεν φεύγν, όπους δεν αλλάζει κι ου Δήμους αν δεν έρθ’ η Δευτέρα παρουσία...

Οι παλιοί έλιγαν ότι μόνι αν καταφέρς κι παλουκώεις έναν καρκάντζαλου μι καμμένου δαυλί στουν κώλου, τότις θα φύγ’.

Οι καρκαντζαλέοι έπιναν, χόριβαν, έφκιαναν ζαράλια, έχυναν τα κρασιά απ’ τα βαένια κι τραγδούσαν:

          «Κι αν μας τσάκουσέτι,
          τι μας έκανέτι,
          του δαυλί στουν κώλου
          δεν μας το'βαλέτι!!!»


____________________________



Λένα Δ.Πλόσκα 

από servianetblog

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου