Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Ο χειμώνας γύρω από τη σόμπα- Μια ιστορία κοντά στη φωτιά

Για δεκάδες χρόνια η ξυλόσομπα είχε χαθεί από το προσκήνιο. Επανήλθε τελευταία λόγω οικονομικής κρίσης. Υπήρχαν εποχές που η ξυλόσομπα ήταν μεγάλο απόχτημα. Προσπαθούσε να ζεστάνει τα σπίτια, που στα περισσότερα, από τις χαραμάδες στις πόρτες και στα παράθυρα άκουγες μέσα τον αέρα να σφυρίζει τα χειμωνιάτικα βράδια. Εκτός από ζεστασιά δημιουργούσε θαλπωρή αφού όλη η οικογένεια ήταν συγκεντρωμένη τριγύρω της.

Πριν φτάσει στο σπίτι του φτωχού είχε ήδη φτάσει στο καφενείο του χωριού.
Στα δικά μας χωριά αντικατέστησε το «τζάκι» και θεωρούνταν μεγάλη πρόοδος και εξέλιξη για την εποχή. Με τα ξύλα που δεν έλειπαν από κανένα σπίτι, εκτός ζεστασιά παρείχε μαγείρεμα και ψήσιμο.

Πόσα δεν έχουν ειπωθεί εκεί δίπλα, σε μια σόμπα...
Οταν οι άνθρωποι μαζευόταν να ζεσταθούν στο καφενείο ή στο σπίτι, στον μοναδικό συνήθως χώρο που θερμαίνονταν και ήταν αυτό μια αιτία να βρεθούν ακόμη πιο κοντά.

Μια ιστορία και η πιο κάτω..


Η μπαρμπαΝίκους κι του τρίψιμου


Τρόιρα στη σόμπα μαζώνουνταν παππούδια κι μπαρμπάδις, κι πάφα-πούφα μι τσι στριφτές τσιγάρις, ντουμάνιαζαν τουν τόπου. Η πατέρας κάπνιζι «Έθνους πλακέ», μιτά του γύρ’σι στου λαθραίου αλλά τιλιφταία το’κουψι μαχαίρ(ι) κι καπ-καπ ζάντζιβι κιόλας μι τη κάπνα:

-«Κόψ’τι του βρε ντούχνις να βρείτι τη ‘γεια σας, ξηρουχαλιάσκαταν στου βήχου! Κόψ’τι του!»

-«Έκουψάμαν ούλα τ’άλλα, α κόψουμι κ’ιτούτου, τι μας απουμέν(ει) για συνουδειά;» απουκραίνουνταν τα παππούδια κι ρουφούσαν ραχαλίτ’κα του στριφτό τσιγαρ’λίκ(ι), ως π’να καεί του νύχι τ’ς!

-«Ισύ Γιώργου να σι πω την καθαρά αλήθκεια, δε βηχ’ς απ’ τη κάπνα, βήχ’ς απ’ του πιτρέλιου απού καταπίν’ς ρουφώντας του λάστικου για να του βγάλ’ς απ’ του βαρέλ(ι)», απουκρίθ’κι στουν πατέρα μ’ η μπάρμπα Γληγόρ’ς κατ τσι Λέν(η).

Άι μιτά αρχινούσαν να φιλουγάν άσουτα, πότις η ένας πότις η άλλους κι κουντά σι αφνούς μάθινάμαν κι μεις τα νέα. Απ’ τουν πόλιμου στου Βιτνάμ, ως του μάλουμα Καζαντζίδη-Μαρινέλλα, είχαμαν καλό μπουιαμπέτ(ι)!!! Κιάμα ‘πιρνούσι κάνας απ’όξου κι τουν έπιαναν στου στόμα τ’ς οι κουκουσάδις, ιί χα, μάθινις ούλα τα χούια τ’!

-«Α, του μάζουσι νουρίς απόψι η μπαρμπαΝίκους, πάει για τη κυρά σφαίρα!»

-«Πάει για τρίψιμου, λες;»

-«Τι τρίψιμου;»

-«Αα, δε του ξέρ’ς του κόλπου τ’;»

-«Α, πέ του ντε!»

-«Τα πρόπιρ’σ(ι) ρα, του καλουκαίρ(ι), αυτός μι τη γυναίκα τ’, κίν’σαν να μάσουν τα κουρ’φάδια, σιακάτ στα Παλιουράκια. Η μπαρμπαΝίκους κι μάζουνι κι μέριαζι τα θκα τ’ κι όσα τουν ίφιρνι η γυναίκα τ’. Διπλή δ’λεια δηλαδής, ξιπατώθ’κι η καψιρός. Του προυί, μόλις έδουσι η ήλιους, τουν ήρθι νια αντράλα κι γουνάτ’σι στην αυλακιά να πάρ(ει) καναδυό ανάσις. Σα τουν είδι η Ρίνα ξιαπλουμένου να βουγκάει, καταλαχτάρ’σι! Πααίν(ει) σ’μα τ’ κι τουν γλέπ(ει) ντιπ χαλέπιτου.

«Ούι, κακό π’μας βρήκι!», έσκουξι. «Νια ζαλάδα ίνουσα μαρί, θα μι απιράσ(ει), μη κάν’ς έτσ(ι) σα παλαβή!» «Κάτσι, κάτσι αυτούια άντρα μ’ όπους είσι ξιάπλα, να σι τρίψου λίγου.» Πιτχιώτι ταγλήγουρα στη λεύκα απού‘χαν κριμασμένου τουν τρουβά, αρπάει ένα κουνιτάκου μι τσίπρου κι γυρνάει τακουσιού στην αυλακιά.
Τουν ξικούμπ’σι του π’χάμ’σου κι αρχίν’σι να τουν τρίβ(ει) κια μι τα δυο τα χέρια, μπρουστά στου στήθους. Μιτά τουν γύρ’σι τ’απίστουμα κι τουν έτριψι κι στσι πλάτις. Σι λίγου τουν απέρασι του μπαρμπαΝίκου η μπάιλας κι γίγκι πιρδίκ(ι). Έλατις όμους απ’ τουν καλάρισι του τρίψιμου απ’ τα χιράκια τσι Ρίνα! Ρουζιασμένα ξιρουζιασμένα, βιλούδου τα ίνουθι στου κουρμί τ’!
Τιντώθ’κι τ’ανάσκ’λα κι δεν έλιγι να σ’κουθεί. Πήρι δυο βαθιές ανάσις, βόγκ’σι λίγου κι παίνιψι μιτά τη κυρά τ’: «Άι, γεια στα χέρια σ’, καλύτιρα είμι…Ρίξι κανά δυο σταξιές ακόμα ιδώια στου λιμό μ’ κι σ’κώνουμι.»

Ματαρχίν’σι του τρίψιμου η Ρίνα πιο ουριξάτα, τώρα απ’ τουν έγλιπι δυναμουμένου! Απ’ του λιμό πήγι στου στήθους, μιτά κατέφκι στη κ’λια κι σταματ’μό δεν είχι! Όχ(ι) μαναχά ζουντάνιψι, παραζουντάνιψι η μπαρμπαΝίκους. Σι λίγου αλλάξαν τα πράματα στην αυλακιά…Αντίς να‘ντους τ’ανάσκ’λα η μπαρμπαΝίκους, μι τη Ρίνα απαναθέ τ’ να τουν τρίβ(ει), τώρα την είχι πλακουμέν(η) αυτός κι βουγκούσι αυτή! Του καταφχαριστείθ’κι όμους η Ρίνα! Τέτοιου ανάκαρου απού χλιμπουνιάρ(η) δε του θαρρούσι!
Θυμήθ’κι τότις κι τη παροιμία «Φύλαξέ μι, όταν μ’εύρεις, για να μ’έχεις, όταν θέλεις».

Αφού ξιφούσκουσι μι του καλό η μπαρμπαΝίκους, τουν έβαλι στουν ίσκιου, στη λεύκα κι δεν τουν άφ’σι ούτι να κουν’θεί απού ‘κει! «Κάτσι, κάτσι αυτούια να ξιαπουστάεις…κι μη σιακαλντίζισι ντιπ για τσι δ’λειες ισύ, φτάνου ιγώ! » Έτσια απ’λέτι, αυτή μάζουνι, αυτή μέριαζι, αυτή φόρτουνι, αυτή ούλα!

Την άλλ(η) τη μέρα ματαβρέθ’καν στα Παλιουράκια. Αυτή τη φουρά δε καταπιάσ’κι ντιπ μι τα καπνόφ’λλα η μπαρμπαΝίκους. Σα ξιπέζιψι απ’ του γουμάρ(ι), μόλις πήρι δυο βαριές ανάσις στην αυλακιά, τουν πιρίλαβι η Ρίνα… για τρίψιμου… μι τα καθέκαστα!
Ε, απού ‘κείνου του καλουκαίρ(ι) βρήκι την υγειά τ’! Δε ματαΐδρουσι απού δ’λεια, ούτι στου χουράφ(ι), ούτι στ’αμπέλ(ι), χόρτασι μουχμουρ’λίκ(ι) κι αραξιό! Βρήκι του κόλπου, γλεπ’ς, τέντουμα στην αυλακιά, δυο βαριές ανάσις κι μιτά έρουνταν κι τουν πιριλάβινι η Ρίνα!!!» Κέρδους αυτός, κέρδους άλλου τόσου αυτή!!!

Καρ, καρ του χάχανου στου μαγαζί κι τα μασλάτια τέλους δεν είχαν, άμα έπιαναν οι φιτφάδις έναν στου στόμα τ’ς, όπους καλ’νή ώρα τώρα μι του μπάρμπαΝίκου!!

-«Αρά δεν μπουρούσι να τουν καν(ει) καλά μι τίπουτις του μπαρμπαΝίκου, η Ρίνα! Τα ‘θιλνι κι στην αυλακιά, αλλά άλλου τόσου τα ‘θιλνι κι στου σπίτ(ι), παρά τα γιράματα τ’, η αχόρταγους!

Ένα καλουκιρ’νό βράδ(υ) απάν στσι αναμούρις, λέει στη Ρίνα: «Δεν πάμι μαρί όξου στου ξιάναγου, μη μας ακούν ιδώ μέσα τα πιδιά;»
 Σ’κώνουντι απ’ λέτι κι πατώντας κια οι δυο στα νύχια, βγαίνουν στου ξιάναγου. Σα ξιάπλουσι η Ρίνα στα σανίδια, την καπάκουσι ουτιτότις ουριξάτους η μπαρμπαΝίκους. Ικείς π’αρχίν’σαν τα κουνήματα, ένα καρφί στα σανίδια την κάρφουνι τη Ρίνα στην πλάτ(η). Παραμέρ’σι λίγου αλλά πέτ’χι πάλι σι άλλου ξικάρφουτου.
«Όρι άντρα μ’…» λέει «…δε βουλεύουμι, μι ζαγκανάν στην πλάτ(η) κάτ(ι) καρφιά στα σανίδια, ια στασ’ λίγου να πάνου στου κατώι, να φέρου να στρώσου του άδειου σακί απ’ τ’αλεύρ(ι).»
Τι του ‘θιλνι η χριστιανή να του πει αυτό;! Μόλις τ’άκ’σι η μπαρμπαΝίκους, χαντακώθ’κι!
«Τι είπις μαρή; Μας μπίτ’σι τ’αλεύρ(ι) στου κατώι; Ώι, ώι!»
Παν απ’ λέτι κι οι αναμούρις παν κι οι σηκουμάρις! Σιαπού να βρει όριξ(η) μιτά για σιουσιουλέματα η μπαρμπαΝίκους αφού στου μυαλό τ’ ακόλ’σι η έγνοια να σουμώσ(ει) λιφτά για αλεύρ(ι), μη κι απομείνουν νηστ’κοί, δίχους ψουμί, όπους στην κατουχή, στην πείνα του σαράντα ένα!





Πηγή φωτογραφίας και ιστορίας: 
Φωτογραφική Εγκυκλοπαίδεια -antikleidi

1 σχόλιο:

  1. Πραγματικά τότε που δεν υπήρχε η τεχνολογία περνούσαμε καλύτερα

    ΑπάντησηΔιαγραφή