Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

" Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου "



«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι την γην κρεμάσας.

Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται, ὁ τῶν Ἀγγέλων Βασιλεύς.

Ψευδὴ πορφύραν περιβάλλεται, ὁ περιβάλλων τον οὐρανόν ἓν νεφέλαις.

Ῥάπισμα κατεδέξατο, ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ.

Ἦλοις προσηλώθη, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. 

Λόγχη ἐκεντήθη, ὁ Υιός τῆς Παρθένου.


Προσκυνούμέν σου τὰ Πάθη Χριστέ.

Δεῖξον ἡμῖν, καὶ τὴν ἔνδοξόν σου Ἀνάστασιν»


-Απόδοσις-

«Σήμερα κρεμάται πάνω στο ξύλο (του Σταυρού) 
Εκείνος που πάνω στα νερά κρέμασε τη γη. 
Στεφάνι από αγκάθια φοράει στο κεφάλι ο Βασιλιάς των Αγγέλων

Ντύνεται με ψεύτικη βασιλική χλαμύδα
Αυτός που ντύνει με σύννεφα τον ουρανό.

Δέχτηκε ράπισμα Εκείνος που (με το βάπτισμά Του) στον Ιορδάνη ελευθέρωσε τον Αδάμ (το ανθρώπινο γένος). 

Με καρφιά καρφώθηκε ο Νυμφίος της Εκκλησίας.
Με λόγχη τρυπήθηκε ο υιός της Παρθένου.

Προσκυνούμε τα Πάθη Σου, Χριστέ.
Δείξε μας και την ένδοξη Ανάστασή Σου».

«Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Παρασκευή, τὰ ἅγια καὶ σωτήρια καὶ φρικτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν, τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ῥαπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρᾶν χλαίναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἤλους, τὴν λόγχην, καὶ πρὸ πάντων, τὸν σταυρόν, καὶ τὸν θάνατον, ἃ δι” ἡμᾶς ἑκὼν κατεδέξατο,ἔτι δὲ καὶ τὴν τοῦ εὐγνώμονος Ληστοῦ, τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ,σωτήριον ἐν τῷ Σταυρῶ ὁμολογίαν».


Αφού λοιπόν ο Ιησούς παραδόθηκε στους στρατιώτες, τον γυμνώνουν, του φορούν κόκκινη χλαμύδα, του βάζουν ακάνθινο στεφάνι και καλάμι στο χέρι αντί σκήπτρου. 

Κατόπιν τον προσκυνούν χλευαστικά, τον φτύνουν και τον χτυπούν στο πρόσωπο και το κεφάλι.


Στη συνέχεια, αφού του φόρεσαν και πάλι τα ρούχα του, του δίνουν τον Σταυρό και έρχεται στον τόπο της καταδίκης, τον Γολγοθά.








Εκεί, σταυρώνεται ανάμεσα σε δύο ληστές, βλασφημείται απ’ όσους περνούν μπροστά του και οι στρατιώτες τον ποτίζουν χολή και ξύδι.


Μετά από λίγο, ο Κύριος, φώναξε δυνατά: 

«Τετέλεσται» 

και έτσι εκπνέει
 «ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» . 

Κατά τον θάνατο του κυρίου, 
τρέμει από φόβο και αυτή η άψυχη κτίση.

Έπειτα λογχίζεται από τους στρατιώτες στην πλευρά του και τρέχει αίμα και νερό.








Τέλος, κατά το ηλιοβασίλεμα, έρχεται ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο Νικόδημος μαζί του, 
κρυφοί μαθητές του Χριστού, 
αποκαθηλώνουν από τον Σταυρό το πανάγιο σώμα του διδασκάλου τους, το αρωματίζουν, 
το τυλίγουν σε καθαρό σεντόνι 
και το θάβουν σε καινούργιο μνημείο,
 κυλώντας πάνω στο στόμιό του μεγάλη πέτρα.


«Τὸν δι” ἡμᾶς Σταυρωθέντα, δεῦτε πάντες ὑμνήσωμεν, αὐτὸν γὰρ κατεῖδε Μαρία ἐπὶ τοῦ ξύλου, καὶ ἔλεγεν. 
Εἰ καὶ σταυρὸν ὑπομένεις, σὺ ὑπάρχεις ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου»



  

Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή Σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.

Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω Σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
Ούς έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.

Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.




από Λένα Δ. Πλόσκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου