Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Οι 48 ώρες που θα καθορίσουν την απόφαση για έξοδο στις αγορές

Δεν τολμά η κυβέρνηση να κάνει ένα βήμα για να κατακτήσει μια, έστω και μικρή, επικοινωνιακή νίκη και αμέσως ξεφυτρώνει μπροστά της το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για να τις ανατρέψει τα σχέδια.


Το πολιτικό αφήγημα «καμία μείωση στις κύριες συντάξεις» κατέρρευσε από τη στιγμή που η Ουάσιγκτον απαίτησε νέα μέτρα για την περίοδο 2019-2020. Η τελευταία ελπίδα να ξεκαθαρίσουν άμεσα τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος έσβησε, αφού το Ταμείο «συνθηκολόγησε» με τη Γερμανία αποδεχόμενο ότι οι σχετικές συζητήσεις περί ελληνικού χρέους θα γίνουν στο τέλος του προγράμματος.

Στις καλένδες παραπέμφθηκε και το θέμα της συμμετοχής των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με τη χρονική μετάθεση της εξειδίκευσης των μέτρων για το χρέος αλλά και την άρνηση του ΔΝΤ να κάνει έστω και την παραμικρή υποχώρηση όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του χρέους ως κάτι καλύτερο από «εξαιρετικά μη βιώσιμου».
Και μέτρα πήραμε, και το QE υποχρεωθήκαμε να ξεχάσουμε ποιώντας την ανάγκην φιλοτιμία, και το «καθαρό μονοπάτι» που ήθελε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος –το οποίο θα άνοιγε με την αποσαφήνιση των μέτρων για το χρέος– χάσαμε. Τι μας έμεινε;

Επικοινωνιακές κινήσεις

Η ελπίδα ότι θα επανέλθουμε στις αγορές για πρώτη φορά μετά το 2014, στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα στον Έλληνα φορολογούμενο, που καλείται από το τέλος του μήνα να αντεπεξέλθει στον Γολγοθά των φόρων, ότι «το τέλος των μνημονίων είναι κοντά» απομακρύνθηκε. Ακόμη και σε αυτή την πρωτίστως επικοινωνιακή και πολιτική κίνηση η κυβέρνηση βρήκε μπροστά της πάλι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Και μόνο η απειλή ότι το Ταμείο θα βγει σήμερα και θα ξεσηκώσει και πάλι θύελλα με τις απαιτήσεις του, αλλά και τις αξιολογήσεις του, για το ελληνικό χρέος, ήταν αρκετή για να οδηγήσει την ελληνική κυβέρνηση στην απόφαση να αναβάλει το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών. Φταίει για όλα τα ΔΝΤ; Κάποιοι στην κυβέρνηση είναι κατηγορηματικοί υπέρ αυτής της άποψης. Υπάρχουν όμως και άλλες φωνές, έστω και ψιθυριστές οι οποίες στηλιτεύουν το γεγονός ότι για μια ακόμη φορά ο πήχης ανεβαίνει ψηλά μέσα από δημόσιες δηλώσεις ή διαρροές, με αποτέλεσμα στη συνέχεια η κυβέρνηση να εμφανίζεται προς τα έξω ότι κάνει τη μια οπισθοχώρηση μετά την άλλη.

Γεγονός είναι ότι η υπόθεση της εξόδου στις αγορές δεν έχει λήξει, ενώ πολλά θα εξαρτηθούν από τα όσα θα συμβούν σήμερα και αύριο. Η σημερινή συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΔΝΤ θα είναι καθοριστική ενώ τον δικό της ρόλο, ειδικά όσον αφορά τη διαμόρφωση του κατάλληλου κλίματος, ενδέχεται να παίξει και η έκθεση της Standard & Poor’s για την ελληνική οικονομία, ειδικά αν εμπεριέχει και μια ουσιαστική αναβάθμιση.
Εύλογο το ερώτημα: Τι δουλειά μπορεί να έχει το ΔΝΤ με την απόφαση του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους για την έκδοση ενός ομολόγου 5ετούς διάρκειας; Ως γνωστόν, στη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ταμείου θα συζητηθεί το νέο μνημόνιο με την Ελλάδα στο πλαίσιο των αποφάσεων που ελήφθησαν στο Eurogroup του Ιουνίου. Το σχετικό αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για την υπογραφή ξεχωριστού μνημονίου με το ΔΝΤ μέχρι τον Ιούλιο του 2018 έχει ήδη υποβληθεί και αφορά στην εκταμίευση ποσού της τάξεως του 1,6 δισ. ευρώ. Απόφαση για την υπογραφή του μνημονίου δεν αναμένεται να ληφθεί, αλλά το κρίσιμο είναι τι θα ανακοινωθεί από το ΔΝΤ όσον αφορά το ελληνικό χρέος.

Ήδη, τα διεθνή πρακτορεία μετέδωσαν πληροφορίες τα τελευταία 24ωρα που φέρνουν το Ταμείο να θέτει ακόμη και θέμα «ανώτατου πλαφόν» στο ελληνικό χρέος, αίτημα το οποίο βεβαίως δεν θα ικανοποιηθεί σε αυτήν τη φάση από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Τη… ζημιά, όμως, αυτό το αίτημα θα την κάνει, καθώς θα επαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα του αξιόχρεου της Ελλάδας τη στιγμή που ο ΟΔΔΗΧ θα σκοπεύει να ζητήσει δανειακά από τις αγορές για πρώτη φορά μετά το 2014.

Οι προβληματισμοί

Κατά τις συζητήσεις που έγιναν στο εσωτερικό της κυβέρνησης τις τελευταίες ημέρες –και οι οποίες οδήγησαν τελικώς στην απόφαση της αναβολής της έκδοσης του 5ετούς ομολόγου μέχρι το Ταμείο να ξεκαθαρίσει πλήρως τη στάση του– επικράτησαν τα ακόλουθα επιχειρήματα:

1 Το πολιτικό επιχείρημα αφορούσε την πιθανότητα το «επίτευγμα» της εξόδου στις αγορές –πρώτης μετά το 2014– να επισκιαστεί στα εγχώρια και διεθνή μέσα ενημέρωσης από μια νέα αρνητική δημόσια εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για το χρέος. Το αρχικό επιχείρημα ήταν η έξοδος στις αγορές να προηγηθεί της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΝΤ, προκειμένου η διαδικασία να έχει ολοκληρωθεί προτού υπάρξει μια πιθανή επιδείνωση του κλίματος.

Στη συνέχεια επικράτησαν άλλες φωνές οι οποίες υποστήριζαν ότι θα ήταν προτιμότερο να ξεκαθαρίσει το Ταμείο τη στάση του, προκειμένου να αποφευχθούν οι εκπλήξεις. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης θεωρούν πως υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο η συνεδρίαση του Δ.Σ. του ΔΝΤ για την Ελλάδα σχετικά με την υπογραφή του νέου μνημονίου να μην καταλήξει αυτή την Πέμπτη σε συγκεκριμένη απόφαση και το θέμα να μετατεθεί για το φθινόπωρο. Το βασικό επιχείρημα σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι πως δεν θα υπάρχουν νέα δεδομένα από την πλευρά των ευρωπαϊκών θεσμών σχετικά με τη διευθέτηση του χρέους. Επιβεβαίωση αυτού του σεναρίου θα σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει αρνητική δημοσιότητα καθώς, μαζί με την αναβολή της απόφασης για το νέο ελληνικό πρόγραμμα, θα αναβληθεί και η δημοσίευση νέας έκθεσης για τη βιωσιμότητα του χρέους. Το θέμα θα μετατεθεί χρονικά για μετά τις γερμανικές εκλογές οπότε –σύμφωνα πάντοτε με το συγκεκριμένο σενάριο– θα υπάρχει πλέον και το έδαφος στους κόλπους των ευρωπαϊκών θεσμών για περισσότερη αποσαφήνιση όσον αφορά το θέμα του χρέους. Αυτή καθαυτή η υπογραφή του μνημονίου με το ΔΝΤ δεν σηματοδοτεί άλλωστε κάτι σημαντικό για την Ελλάδα σε αυτή τη φάση, δεδομένου ότι και τα δανειακά κεφάλαια που διακυβεύονται δεν προορίζονται για άμεση κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών.

2 Το δεύτερο, τεχνικής φύσεως, επιχείρημα υπέρ της αναβολής της έκδοσης είχε να κάνει επίσης με τη συνεδρίαση του ΔΝΤ. Στην κλειστή σύσκεψη κυβερνητικών στελεχών με τη συμμετοχή και του συμβούλου, του τραπεζικού οίκου Rothchild, συζητήθηκε το ενδεχόμενο μια νέα αρνητική έκθεση ενός οργανισμού, όπως το ΔΝΤ, για το ελληνικό χρέος να εκληφθεί ως αιφνίδια αλλαγή των συνθηκών σε χρονικό σημείο πολύ κοντινό με αυτό της έκδοσης του ελληνικού ομολόγου και να προκαλέσει προβλήματα όσον αφορά την καταβολή των κεφαλαίων.

Πολιτικά κριτήρια

Πλέον θεωρείται δεδομένο ότι το ζήτημα της επιστροφής στις αγορές θα εξεταστεί την επόμενη εβδομάδα και αφού θα έχει σχηματιστεί πλέον η πλήρης εικόνα όσον αφορά τη θέση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Θα έχει φανεί αν το χρέος θα χαρακτηριστεί ως εξαιρετικά μη βιώσιμο ή ως απλώς «μη βιώσιμο» (κάτι που θα μεταφραστεί ως πρόοδος), αν δεν θα γίνει κανένας χαρακτηρισμός σε αυτή τη φάση από την πλευρά του ΔΝΤ αλλά και αν θα υπάρχει αναβάθμιση από τον οίκο S&P. Με αυτά τα δεδομένα, η απόφαση θα ληφθεί κυρίως με πολιτικά και δευτερευόντως με οικονομικά κριτήρια.
Η απόφαση να ανοίξει το βιβλίων προσφορών –το οποίο θα αφορά στην έκδοση ομολόγου 5ετούς διάρκειας με λήξη το 2022 προκειμένου να αντικατασταθεί το τελευταίο 5ετές ομόλογο που εξέδωσε η Ελλάδα το 2014 από την κυβέρνηση Σαμαρά– θα εξαρτηθεί ουσιαστικά από τους ακόλουθους παράγοντες:

1 Πρώτον, ότι θα διασφαλιστεί πως το επιτόκιο που θα μπορέσει να εξασφαλίσει η Ελλάδα για το 5ετές ομόλογο λήξης του 2022 θα είναι χαμηλότερο από το 4,95% που «κοστίζει» σήμερα στον ΟΔΔΗΧ το προς αντικατάσταση πενταετές του 2014. Ο λόγος είναι περισσότερο πολιτικός (σ.σ.: η κυβέρνηση θέλει να εμφανίσει καλύτερη επίδοση από την αντίστοιχη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας το 2014) και λιγότερο οικονομικός, καθώς η διαφορά του τόκου σε ένα ομόλογο της τάξεως των 4 δισ. ευρώ δεν ξεπερνά τα 15-16 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Αν ο σύμβουλος της κυβέρνησης –ο οίκος Rothchild– εκτιμήσει ότι το επιτόκιο δεν πέφτει κάτω από το 5% –και ιδανικά προς το 4,5%, ώστε η κυβέρνηση να αξιοποιήσει επικοινωνιακά στο εσωτερικό της χώρας την έκδοση–, η έκδοση του ομολόγου δεν θα προχωρήσει.

2 Δεύτερον, ότι δεν θα υπάρξει αρνητική αλλαγή του κλίματος από τη στάση που θα τηρήσει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

3 Και τρίτον, ότι θα υπάρξει ένα «θετικό νέο» που θα δημιουργήσει το κατάλληλο έδαφος το επόμενο χρονικό διάστημα. Στην κυβέρνηση «ποντάρουν» αρκετά στο ενδεχόμενο μιας αναβάθμισης της ελληνικής οικονομίας από τον οίκο Sτandard & Poor’s, σχετική έκθεση του οποίου αναμένεται να δοθεί στη δημοσιότητα την Παρασκευή.

Σε κάθε περίπτωση, το θέμα της εξόδου στις αγορές θεωρείται δεδομένο ότι θα παραμείνει στο προσκήνιο για όλο το επόμενο 12μηνο, είτε βγούμε την επόμενη εβδομάδα στις αγορές είτε όχι. Ο λόγος είναι πολύ απλός: Τον Αύγουστο του 2018 θα συζητάμε για το τέλος του τρίτου μνημονίου και τη δυνατότητα κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας αποκλειστικά μέσω των αγορών.
Το εγχείρημα θα πρέπει να έχει δοκιμαστεί μέχρι τότε και να έχουν πραγματοποιηθεί τουλάχιστον τρεις - τέσσερις εκδόσεις όχι μόνο για αναχρηματοδότηση παλαιών ομολόγων, όπως θα γίνει (αν γίνει) μέσα στις επόμενες ημέρες, αλλά και για το χτίσιμο ενός κουμπαρά περίπου 9 δισ. ευρώ, προκειμένου να θεωρούνται καλυμμένες οι δανειακές υποχρεώσεις του πρώτου έτους μετά το τέλος του τρίτου μνημονίου.





ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου