Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Τάνγκο σημαίνει έρωτας, πάθος, χορευτική «μονομαχία»

Νοσταλγικό, λυπημένο, άγριο, ξέφρενο, βαθιά αισθησιακό.
Oπως και να χαρακτηρίσει κανείς το τάνγκο, είναι κοινή η διαπίστωση ότι πάνω απ’ όλα ταυτίζεται με το πάθος και τον έρωτα.
Ενας χορός φλογερός, με απότομες κινήσεις και κύρια χαρακτηριστικά το πιάσιμο-άγγιγμα, τους ελιγμούς και τους επιθετικούς αιφνιδιασμούς.
Αλλά και ένα είδος χορευτικής «μονομαχίας» επί σκηνής, ανάμεσα στον καβαλιέρο και την ντάμα, ένας χορός συγκρούσεων και πάλης, έξαρσης και ερωτικών μεταπτώσεων όπου τα πάντα κρέμονται από μία πολύ λεπτή κλωστή, με την ισορροπία να κινδυνεύει -ανά πάσα στιγμή- να ανατραπεί.

Τάνγκο σημαίνει έρωτας, πάθος, χορευτική «μονομαχία» 

Ηταν το 1990, δύο μόλις χρόνια πριν το θάνατό του, που ο Αστορ Πιατσόλα εμφανίστηκε στο Ηρώδειο με τον συνθέτη, φίλο και θαυμαστή του, Μάνο Χατζιδάκι, σε μία συναυλία που έμελλε να είναι η τελευταία του. Είκοσι έξι χρόνια μετά, στον ίδιο χώρο, η μουσικοχορευτική παράσταση «Tango por Piazzola» έρχεται να ζωντανέψει εκείνη την αξέχαστη βραδιά και να μας μυήσει στο μαγικό κόσμο του «El Gran Astor» («ο Μέγας Αστορ») και του nuevo tango (νέο τάνγκο), μέσα από ένα εκθαμβωτικό θέαμα πάθους και σαγήνης. Για την Ιστορία, το τάνγκο ως χορός γεννήθηκε προς τα τέλη του 19ου αιώνα στις λαϊκές περιοχές του Μπουένος Αϊρες και του Μοντεβιδέο και προήλθε από συνένωση ευρωπαϊκών, νοτιοαμερικανικών και αφρικανικών στοιχείων.

Τάνγκο σημαίνει έρωτας, πάθος, χορευτική «μονομαχία» 




Αλλά ήταν κατά την περίοδο 1910-1920 που διαδόθηκε και έγινε μόδα στην αστική τάξη της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Αυτή η εξέλιξη συνέτεινε στο να γίνει εν τέλει αποδεκτό και από τους αστούς της πρωτεύουσας της Αργεντινής. Προηγουμένως, στις αρχές του εικοστού αιώνα ήταν η αγαπημένη μουσική των τραμπούκων και των μαφιόζων που επισκέπτονταν τους οίκους ανοχής, σε μια πόλη που το 1914 είχε περίπου 100.000 περισσότερους άντρες από γυναίκες. Αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος που αντιμετωπιζόταν εχθρικά από την αστική τάξη, στα μάτια της οποίας φάνταζε συνδεδεμένο με τον υπόκοσμο.

Οι πολύπλοκοι χοροί που προήλθαν από αυτή την πλούσια και πολυδιάστατη μουσική αντικατοπτρίζουν τη συνήθεια των ανδρών να χορεύουν τάνγκο σε ομάδες, εκδηλώνοντας τόσο τον ανδρισμό όσο και την ερωτική τους επιθυμία. Σε αυτές τις καταβολές είναι που πρέπει μάλλον να αναζητηθεί και το εκρηκτικό μίγμα ευαισθησίας και επιθετικότητας του τάνγκο.


Υστερα από μία περίοδο ύφεσης -οπότε κυριάρχησε το τάγκο ως τραγούδι- ακολούθησε η χρυσή εποχή (1935-1955) όπου μεγάλες ορχήστρες έπαιζαν τάνγκο κατάλληλα για χορό. Εναν χορό που συνιστά διάλογο ανάμεσα στο ζευγάρι με αφορμή την μουσική γιατί -σε αντίθεση με άλλους χορούς- δεν έχει τυποποιημένα βήματα και φιγούρες, αλλά μάλλον ένα κινησιολογικό «λεξιλόγιο» που επιτρέπει τον αυτοσχεδιαστικό σχηματισμό χορευτικών φράσεων μιας σχεδόν απεριόριστης γκάμας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε στον Αστορ Πιατσόλα (1921- 1992) μιλάμε για τον πιο σημαντικό συνθέτη του τάνγκο κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.

Οι συνθέσεις του έφεραν επανάσταση στο παραδοσιακό τάνγκο, ενσωματώνοντας σ' αυτό στοιχεία τζαζ και κλασικής μουσικής, και δημιούργησαν το nuevo tango.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο θέαμα, στο οποίο οι εκτελέσεις του αργεντίνικου χορού ισορροπούν επιδέξια ανάμεσα στη φαντασία και τον αισθησιασμό, αναδεικνύοντας -παράλληλα- όλα εκείνα τα στοιχεία που αιτιολογούν τον χαρακτηρισμό του τάνγκο ως τον κατ' εξοχήν «χορό του έρωτα και του θανάτου»...



ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΪΛΑΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου